Ζ. Τζηκαλάγιας: Θέρμανση και αντιπολίτευση

Δεν μπορούμε όμως να μην σταθούμε σήμερα στο θέμα της θέρμανσης και την για άλλη μια φορά διάψευση που αγγίζει τα όρια της γελοιοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ και της εκπροσώπου του στην Καστοριά. Για μέρες ξόδεψαν μελάνι, ταλαιπώρησαν συχνότητες ραδιοφώνων και συγκέντρωσαν

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Μέρος 2ο «Δομές Μουσικής Εκπαίδευσης και Μουσικά Ρεύματα στη Καστοριά του Μεσοπολέμου»

ΕΡΓΑΣΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΙΑΣ

Πρώτη Δημοσίευση: Εφημερίδα «ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ», φ. 5841, Καστοριά 14/09/2013
του Ιωάννη Μ. Τσακιρίδη, Μουσικολόγου Ελληνικού Λαϊκού Πολιτισμού ©

Γαμήλιο γλέντι στη Καστοριά δεκ. του 1900. 
Αρχείο Γ. Γκολομπία

          Μουσικά ρεύματα (συνέχεια)
      Η πόλη της Καστοριάς ως το 1853[1] ήταν έδρα σαντζακίου και υπαγόταν στο βιλαέτι του Μοναστηρίου. Όμως τα επόμενα  χρόνια έγινε έδρα καζά του σαντζακίου της Κορυτσάς, όπου και παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωση της το 1912. Ως σημαντικό αστικό κέντρο εκείνης της εποχής ήταν λογικό να έχει και τη δικής της στρατιωτική μπάντα. Το νέο αυτό οργανικό σύνολο, το οποίο έφερε την ονομασία μεχτέρ[2], αποτελούνταν από ζουρνάδες και νταούλια σε συνδυασμό με χάλκινα πνευστά, όπως η τρομπέτα και το τρομπόνι και άλλα είδη ευρωπαϊκών πνευστών οργάνων. Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι αυτής της εξέλιξης ήταν η χρήση των νέων οργάνων στα τοπικά μουσικά δρώμενα και συγκεκριμένα στους γάμους και τα γλέντια της περιοχής και βέβαια με
πρωταγωνιστικό ρόλο. Έτσι, αρχές 20ου αι. συναντάμε μουσικά σχήματα από τη περιοχή της Καστοριάς να δίνουν το παρόν σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, παίζοντας αυτά τα όργανα και εντάσσοντας ακούσματα και μελωδίες σε αυτά τα νέα μουσικά μέσα. Όταν κάποιος έβλεπε στο δρόμο μια ορχήστρα με χάλκινα υπήρχε η έκφραση «έρχονται τα μπουριά» αποκαλώντας με αυτό τον πρωτότυπο και σατιρικό τρόπο τους μουσικούς της. Ο καστοριανός φωτογράφος Λεωνίδας Παπάζογλου αποτύπωσε με τον φωτογραφικό του φακό ορχήστρες εκείνης της εποχής απαρτιζόμενες με τα νέα μουσικά όργανα περί το 1900-1910. Χαρακτηριστική είναι η φωτογραφία[3] μιας ομάδας ανθρώπων που γλεντούν κατά τη διάρκεια κάποιου γάμου με την ορχήστρα να αποτελείται από κλαρίνο, τρομπέτα, τρομπόνι, ευφώνιο, ντέφι και ούτι καθώς και μιας ομάδας μεταμφιεσμένων ανθρώπων να γλεντά στα καρναβάλια[4] απαρτιζόμενη από ορχήστρα[5] με κλαρίνο, τρομπέτα, ευφώνιο και γκραν-κάσα με κύμβαλα στερεωμένα στο πάνω μέρος της. Η εισαγωγή των χάλκινων πνευστών στη παλαιά δομή της καστοριανής ορχήστρας είχε ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί μια νέα μουσική πραγματικότητα που έμελε να σηματοδοτήσει ένα νέο αυτοπροσδιορισμό της μουσικής πράξης. Το τέλος εποχής για τους βαροσιανούς  ζουρνατζήδες και νταουλτζήδες ήρθε με την συνθήκη της Λωζάνης του 1923 και την αναχώρηση των τούρκων κατοίκων τη πόλης τον Αύγουστο του 1924 καθώς έφυγαν μαζί και οι τουρκόγυφτοι μουσικοί του Βαροσίου. Η  εφημερίδα «Καστοριά» περιγράφει γλαφυρά την αποχώρησή τους: «Το εν τρίτον της πόλεώς μας εξεκενώθη με την αναχώρησην των Τούρκων. Η αναχώρησής των υπήρξε τραγική. Επί τέσσερας ημέρας κάθε πρωί από την κάτω αγοράν έφευγαν καραβάνια. Και εχύνοντο δάκρυα πικρά κατά την αναχώρησιν . Έκλαιον διατί εγκατέλειπον τον τόπον της γεννήσεώς των. Έκλαιον διατί εβάδιζον εις το άγνωστον. Στο Βαρόσι οι γύφτοι την Τρίτην, παραμονή της αναχωρήσεώς των έπαιζαν ένα τραγούδι σαν μοιρολόγι. Πολύ εκφραστικό και πολύ συγκινητικό. Διάβολε! Μικρό πράγμα να αφήσουν το προσφιλές Βαρόσι;» Την ερήμωση του Βαροσίου και την απουσία των τουρκόγυφτων μουσικών για μια ακόμη φορά σκιαγραφεί η «Καστοριά»: «…Έφυγαν οι τούρκοι και μαζί μ’ αυτούς έφυγαν και οι γύφτοι του Βαροσίου που αποτέλουν έκπλαγον γραφικότητα με τους ζουρνάδες και τα νταούλια των… Η ζωή του Βαροσίου και των τούρκικων μαχαλάδων έσβυσε»[6] Τα χρόνια που ακολούθησαν μετά την αποχώρηση των τουρκόγυφτων μουσικών ως το 1940 χαρακτηρίζουν τη μετάβαση σε μια εποχή επαναπροσδιορισμού της τοπικής μουσικής πράξης. Ορχήστρες με χάλκινα πλέον δίνουν το παρόν στα κοινωνικά δρώμενα της Καστοριάς έχοντας πρωταγωνιστικό ρόλο και απήχηση. Δυο από αυτές τις τοπικές δημοτικές ορχήστρες, οι οποίες πρωτοστατούσαν στα περισσότερα καστοριανά γλέντια ήταν οι κομπανίες του Μπήτα και του Ν. Σιαφλάνη, ορχήστρες με χάλκινα πνευστά και κρουστά δυτικού τύπου.


[1] Τσολάκης 2009, 192.
[2] Μέχτερ ονομάζεται η οθωμανική στρατιωτική μπάντα, η οποία αποτελείται κυρίως από πνευστά και κρουστά μουσικά όργανα και χρησιμοποιείται για την απόδοση τιμών επίσημων προσώπων, τη συμμετοχή της σε παρελάσεις και στρατιωτικές εκδηλώσεις.
[3] ΦΥ 1. Γαμήλιο γλέντι στη Καστοριά αρχές 20ού αι. Ορχήστρα χάλκινων πνευστών με τους κεραστές (μπράτιμους). Γκολομπίας 2005, 88.
[4] Τα καρναβάλια της Καστοριάς τα επονομαζόμενα και ως Ραγκουτσάρια, τα οποία κάθε χρόνο πραγματοποιούνται στις 6,7 και 8 Γενάρη, έχουν τις ρίζες τους στα αρχαία χειμερινά Διονύσια και τις εορτές του Δωδεκαημέρου. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο το εν λόγω έθιμο συνεχίστηκε και οι ομάδες μεταμφιεσμένων που γυρνούσαν στα σπίτια ζητώντας από τους νοικοκυραίους κεράσματα και φιλοδωρήματα. πήραν την ονομασία rogatores που στα λατινικά σημαίνει ζητιάνοι (Σαχίνης 1996, 130). Από τη λέξη rogator πιθανολογείται ότι προήλθε και η ονομασία Ραγκουτσάρια, ύστερα από πολλές αλλοιώσεις και παραφθορές στη πάροδο του χρόνου. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι κατά τη βυζαντινή περίοδο πολλά αρχαιοελληνικά έθιμα που είχαν διατηρηθεί ήρθαν σε αντίθεση με την εκκλησία με συνέπεια είτε τον αφανισμό τους είτε την ομαλή τους ενσωμάτωσή (Αποκρεαί και Προσωπίδες, Μύρια Όσα, Α’, 3, 1868, 70.). Δεν είναι τυχαίο ότι τα Ραγκουτσάρια εορτάζονται παραμονή της εορτής των Φώτων και βέβαια το κορύφωμα γίνεται την ημέρα της εορτής του Άη Γιαννιού.  Το ξέφρενο γλέντι και ο χορός όλες τις μέρες συνεχίζονται ως τις πρώτες πρωινές ώρες και βέβαια με κατάληξη την ημέρα της Πατερίτσα» ή Παταρίτσας (Σαχίνης 1996, 119), όπου γίνεται η παρέλαση του καρναβαλιού και κλείνει αυτό το ξεφάντωμα διασκέδασης.
[5] ΦΥ 2. Καρναβάλια στη Καστοριά αρχές 20ού αι. Ορχήστρα χάλκινων πνευστών μαζί με ομάδα μεταμφιεσμένων. Γκολομπίας 2005, 86-87
[6] Καστοριά 24-08-1924, Β’. 81, 2

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Γκολομπίας Γιώργος, Λεωνίδας Παπάζογλου, Φωτογραφικά πορτραίτα από την Καστοριά και την περιοχή της την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2005
Σαχίνης Δ. Απόστολος, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριανή Εστία, Καστοριά 1996
Τσολάκης Πάνος, Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2009

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
Εφημερίδα «Καστοριά», Θ. Βαλαλά, Καστοριά (1920-1934)
Εφημερίδα «Μύρια Όσα», Ιω. Ισιδωρίδης Σκυλίσσης, Παρίσι (1868-69)





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου