Ζ. Τζηκαλάγιας: Θέρμανση και αντιπολίτευση

Δεν μπορούμε όμως να μην σταθούμε σήμερα στο θέμα της θέρμανσης και την για άλλη μια φορά διάψευση που αγγίζει τα όρια της γελοιοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ και της εκπροσώπου του στην Καστοριά. Για μέρες ξόδεψαν μελάνι, ταλαιπώρησαν συχνότητες ραδιοφώνων και συγκέντρωσαν

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Μέρος 3ο «Δομές Μουσικής Εκπαίδευσης και Μουσικά Ρεύματα στη Καστοριά του Μεσοπολέμου»

ΕΡΓΑΣΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΙΑΣ

Πρώτη Δημοσίευση: Εφημερίδα «ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ», φ. 5865, Καστοριά 19/10/2013
του Ιωάννη Μ. Τσακιρίδη, Μουσικολόγου Ελληνικού Λαϊκού Πολιτισμού ©


Καστοριανοί νέοι με μαντολίνα αρχές του 20ου αι. 
Αρχείο Γ. Γκολομπία


       Μουσικά ρεύματα (συνέχεια)
     Οι πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. στην πρόσφατα απελευθερωμένη Καστοριά αποτελούν τις προσπάθειες για τον ε- ξευρωπαϊσμό της και τη δημιουργία τάσεων ανανέωσης και αναβάθμισης από το οθωμανικό παρελθόν. Βασικός συντελεστής για την προώθηση ευρωπαϊκών τάσεων ήταν αδιαμφισβήτητα το εμπόριο των γουναρικών που έφερε τους καστοριανούς γουναράδες σε χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής από τον 19ο αι. και προγενέστερα. Οι καστοριανοί ταξιδεύοντας πολύ συχνά σε μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις εμπορευόμενοι γουναρικά, εκάστοτε ίδρυαν παροικίες και μαγαζιά, ποτέ όμως δεν ξεχνούσαν τη γενέτειρά τους, στην οποία ερχόταν τακτικά και φέρνοντας σ’ αυτήν συνήθειες και αντικείμενα από τους τόπους που επισκεπτόταν. Έτσι στις αρχές του περασμένου αιώνα παρατηρούμε ότι αρχίζει μια τάση εξ ευρωπαϊσμού, η οποία δεν εστιάζεται μόνο στη μουσική αλλά και σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Χαρακτηριστικά παρατηρούμε την
ενδυματολογική τάση για ευρωπαϊκά ρούχα και φορέματα και τον παραγκωνισμό των τοπικών ενδυμασιών. Η τάση αυτή μεταφέρεται και στην αρχιτεκτονική με την οικοδόμηση νεοκλασικών οικημάτων και με τη παραμέληση των παλαιών «παραδοσιακών» κατοικιών και βέβαια στη μουσική με το πρώτο γραμμόφωνο[1] να φέρνει στη Καστοριά ο γουναράς Θωμάς Τσιστίνας το 1902 από τη Λειψία. Ακολούθως το 1904 έρχεται στη Καστοριά η πρώτη λατέρνα από τον Δημ. Δάλλα που την έφερε από το Μοναστήρι καθώς και η έλευση του πρώτου πιάνου το 1908 που έφερε από τη Νέα Υόρκη ο γουναράς Δ. Γιάγκου. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μεγάλη άνθηση της ευρωπαϊκής μουσικής επήλθε στη Καστοριά τις δεκαετίες 1920-40, περίοδο ευδοκίμησης διάφορων μουσικών σχημάτων ελαφράς μουσικής, η οποία προώθησε στη τοπική κοινωνία ευρωπαϊκούς χορούς όπως το τάγκο, το βαλς και τη πόλκα καθώς και άλλα είδη χορών άγνωστα μέχρι τότε. Προς αυτή τη κατεύθυνση συνετέλεσε ο Μουσικός Όμιλος Καστοριάς «Ορέστης», ένα σύνολο εγχόρδων οργάνων αποτελούμενο από μαντολίνα, βιολιά και κιθάρες, ο «Προοδευτικός» Σύλλογος Καστοριάς με δική του ορχήστρα εγχόρδων, η φιλαρμονική του «Εθνικού Οικοτροφείου Αρρένων» Καστοριάς αποτελούμενη από πνευστά μουσικά όργανα, η μετέπειτα «Χορωδία» Καστοριάς και βέβαια με αποκορύφωμα το «Ωδείο» Καστοριάς και τη Δημοτική φιλαρμονική. Σημαντική ήταν και οι συνεισφορά αθηναϊκών μουσικών θιάσων, οι οποίοι περιστασιακά περιόδευαν στη Καστοριά και έδιναν παραστάσεις, πολλοί από αυτούς με δικές τους ορχήστρες.
      Οι νέες τάσεις του εξευρωπαϊσμού δεν περιορίστηκαν μόνο στη κοσμική μουσική αλλά παρέσυραν συγχρόνως μαζί και το μονόφωνο βυζαντινό μέλος, το οποίο για αιώνες είχε διατηρήσει αλώβητη την υπόστασή του στους ναούς της Καστοριάς. Στις 9 Δεκεμβρίου το 1901 ο πρωτοψάλτης της Μητρόπολης Απόστολος Δούκης[2] οργανώνει πολυφωνική εκκλησιαστική χορωδία με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα και ψάλει για πρώτη φορά τους εκκλησιαστικούς ύμνους με τη νέα αυτή μουσική τεχνοτροπία. Το γεγονός αυτό δεν άφησε αδιάφορο τον γραμματέα της Μητρόπολης Ιωάννη Παπαμαντζάρη, ο οποίος και εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του. Έκτοτε υπήρξε έντονη διαμάχη μεταξύ δύο ομάδων[3] εκ των οποίων, οι μεν «νεωτεριστές» υποστήριζαν την πολυφωνία ως ένα ρεύμα εξέλιξης και προοδευτισμού και οι δε «παραδοσιακοί», οι οποίοι καταπολεμούσαν τις θέσεις της πρώτης και θεωρούσαν αιρετική πράξη το πολυφωνικό μέλος που παρέπεμπε σε «φραγκισμό». Τελικά, επικράτησαν οι «νεωτεριστές» διότι εκείνη την εποχή η κίνησή τους θεωρούνταν καινοτομία, εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο τη συμπαράσταση του κοινού καθώς και την υποστήριξη του κάθε Μητροπολίτη που τοποθετούνταν στη Μητρόπολη Καστοριάς.
      Όλες αυτές οι τάσεις έθεσαν τα θεμέλια για την άνθηση της ευρωπαϊκής μουσικής, διαμορφώνοντας με αυτό τον τρόπο νέα μουσικά δεδομένα στην ιστορία της πόλης και εισάγοντας νεωτερικά στοιχεία, τα οποία με τη πάροδο του χρόνου ευδοκίμησαν και έγιναν αποδεκτά. Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω τάσεων είχε ως συνέπεια παλαιές μουσικές δομές να παραγκωνιστούν και με το πέρας του χρόνου να χαθούν.




[1] Καστοριά 10-02-1935, ΙΓ’. 600, 1.
[2] Σιάνος 2006, 86.
[3] Οι υποστηρικτές του κινήματος, της πολυφωνίας στην εκκλησιαστική μουσική, που έλαβε χώρα στη περιοχή της Καστοριάς ήταν ο Απόστολος Δούκης, ο Κων. Ρέσος και ο Δούκας Σαχίνης ενώ οι υποστηρικτές για τη διατήρηση του μονόφωνου μέλους ήταν ο Ιωάννης Παπαμαντζάρης, ο Θεόδωρος Κόντου και ο Δημήτριος Ευαγγέλου. Σιάνος 2006, 86.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Σιάνος Χ. Λουκάς, Καστοριανές Εικόνες, Παλιά Καστοριά-Λαογραφία, Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος Καστοριάς «Αρμονία, Θεσσαλονίκη 2006

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
Εφημερίδα «Καστοριά», Ι. Παπακώστα, Καστοριά (1934-1939)









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου