Ζ. Τζηκαλάγιας: Θέρμανση και αντιπολίτευση

Δεν μπορούμε όμως να μην σταθούμε σήμερα στο θέμα της θέρμανσης και την για άλλη μια φορά διάψευση που αγγίζει τα όρια της γελοιοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ και της εκπροσώπου του στην Καστοριά. Για μέρες ξόδεψαν μελάνι, ταλαιπώρησαν συχνότητες ραδιοφώνων και συγκέντρωσαν

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Μέρος 4ο «Δομές Μουσικής Εκπαίδευσης και Μουσικά Ρεύματα στη Καστοριά του Μεσοπολέμου»

ΕΡΓΑΣΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΙΑΣ

Πρώτη Δημοσίευση: Εφημερίδα «ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ», φ. 5866, Καστοριά 22/10/2013
του Ιωάννη Μ. Τσακιρίδη, Μουσικολόγου Ελληνικού Λαϊκού Πολιτισμού ©

Εμπορική επιστολή του Σολωμόν Ελιάου, Καστοριά 01-04-1934, 
Αρχείο Ι. Τσακιρίδη



       Ο εξευρωπαϊσμός και η νέα κοινωνική πραγματικότητα
    Η Ελλάδα τη δεκαετία του 1930 βίωσε το αποκορύφωμα του ευρωπαϊκού ρεύματος, θέτοντας με αυτό τον τρόπο ανανεωτικές τάσεις αυτοπροσδιορισμού της ελληνικότητας[1] και προάγοντας ένα «ευρωπαϊκό» χαρακτήρα με σκοπό την εξάλειψη του προγενέστερου οθωμανικού παρελθόντος, το οποίο κορυφώθηκε την εν λόγω περίοδο σε όλη την ελληνική επικράτεια. Το νέο αυτό κοινωνικό ρεύμα εκδηλώθηκε κυρίως μέσα από τη ποίηση, τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική και βέβαια τη μουσική, διαμορφώνοντας με αυτό τον τρόπο μια νέα πραγματικότητα, η οποία επέδρασε καθοριστικά για τη μετέπειτα κοινωνική και πολιτιστική της εξέλιξη. 
     Στην περιοχή της Καστοριάς, το ευρωπαϊκό ρεύμα στη μουσική ανάγεται ουσιαστικά στις αρχές του 1900 στην προ- σπάθεια για τη δημιουργία φιλαρμονικής, της οποίας αναφέρεται ως επικεφαλής ο Απόστολος Δούκης[2]. Η φιλαρμονική αποτελούνταν από πνευστά μουσικά όργανα, αριθμούσε είκοσι μέλη και έδινε το παρόν σε θρησκευτικές εκδηλώσεις. Για την πρώιμη αυτή φιλαρμονική κάνει λόγο και ο Λουκάς Σιάνος, ο οποίος αναφέρει ως πρόεδρο της Φιλαρμονικής Εταιρείας, τον ιατρό Δούκα Σαχίνη[3]. Την ίδια περίοδο ο δάσκαλος Αθαν. Ιατρού[4] από το Βογατσικό, επιχειρεί να οργανώσει χορωδία, χωρίς όμως να τα καταφέρει. Επίσης, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι κάποιος Χρ. Φασούλας[5] τη πρώτη δεκαετία του 1900 οργάνωσε μια μικρή χορωδία και ορχήστρα αποτελούμενη από φλάουτα, μαντολίνα, φυσαρμόνικα και κιθάρες. Μείζων συγκυρία για την εξάπλωση του ευρωπαϊκού μουσικού στοιχείου στη Καστοριά σηματοδοτεί η έλευση του πρώτου γραμμοφώνου από τη Λειψία το 1902 από τον γουναρά Θωμά Τσιστίνα[6]. Τα πρώτα χρόνια του 1900 δεν υπήρχαν καταστήματα στη Καστοριά που να πωλούν μουσικά είδη και η έλευσή των πρώτων μουσικών μέσων έγινε από τους καστοριανούς γουναράδες, οι οποίοι αποδημούσαν σε μεγάλα αστικά κέντρα της Ευρώπης και της Αμερικής. Σημαντικό τεκμήριο για την πρώτη ύπαρξη καταστήματος που να διαθέτει μουσικά είδη στη πόλη, προέρχεται από 3 παλαιές ανέκδοτες εμπορικές επιστολές του εβραίου εμπόρου Σολομών Ελιάου. Κατά το έτος 1930 υπήρχε στη Καστοριά εμπορικό κατάστημα με την επωνυμία «Κατάστημα Νεωτερισμών Ορόσδη», το οποίο διέθετε γραμμόφωνα καθώς και άλλα αντικείμενα, όπως «τσάντες, ωρολόγια, υποδήματα, κρεββάτια, έπιπλα, κα…». Η επιστολή 1[7]  μαρτυρά αρχικά μόνο τη πώληση γραμμοφώνων ενώ η επιστολή 2[8] αναφέρει ότι το κατάστημα συμπεριέλαβε στα προϊόντα του περισσότερα μουσικά είδη όπως «γραμμόφωνα, μεγάφωνα, δίσκους γραμμοφώνων, μουσικά είδη, έγχορδα, έμφυσα» απόδειξη της μεγάλης μουσικής άνθησης εκείνης της περιόδου. Μετά τον Σ. Ελιάου κατά το έτος 1933 το κατάστημα του Β. Τουφεξή[9] στη Κάτω Αγορά διαθέτει προς πώληση γραμμόφωνα και δίσκους βινυλίου ενώ από το 1935 και μετά διαθέτει και ραδιόφωνα. Επίσης, κατά το έτος 1934 υπήρξε και τρίτο κατάστημα πώλησης μουσικών ειδών και συγκεκριμένα το βιβλιοπωλείο του Ι. Βουίτση[10], το οποίο διέθετε προς πώληση γραμμόφωνα και δίσκους βινυλίου της Columbia. Όλα αυτά συνετέλεσαν στην εξάπλωση και διάδοση της ελληνικής «ευρωπαϊσμένης» μουσικής, η οποία σημείωσε μεγάλη επιτυχία εκείνα τα χρόνια. Η οικονομική ευμάρεια της γουναρικής τέχνης τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. ώθησε στη δημιουργία αστικής τάξης, η οποία είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει μέσα αναπαραγωγής μουσικής, όπως ήταν το γραμμόφωνο. Παράλληλα, υπήρχε η προτίμηση στην εκμάθηση δυτικών μουσικών οργάνων και ιδιαίτερα του μαντολίνου που θεωρούνταν όργανο της αριστοκρατίας. Όλοι οι προαναφερόμενοι παράμετροι με τη πάροδο του χρόνου διαμόρφωσαν νέα ακούσματα και μια νέα κοινωνική και πολιτιστική πραγματικότητα στα τοπικά δρώμενα της πόλης. Προς αυτή τη κατεύθυνση σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η περιστασιακή επίσκεψη μουσικών θιάσων, οι οποίοι έκαναν εντονότερο το ευρωπαϊκό αίσθημα με τη παρουσία τους.


[1] Τζιόβας 2007, 9.
[2] Καστοριά 10-02-1935, ΙΓ’. 600, 1.
[3] Σιάνος 2006, 86
[4] Καστοριά 10-02-1935, ΙΓ’. 600, 1.
[5] ο. π.
[6] Καστοριά 10-02-1935, ΙΓ’. 600, 1.
[7] Εμπορική επιστολή του Σολωμόν Ελιάου, Καστοριά 1930.  Αρχείο Ι. Τσακιρίδη
[8] ο. π. 12-03-1934. Αρχείο Ι. Τσακιρίδη
[9] Καστοριά 15-01-1933, Ι’. 510, 4.
[10] Καστοριά 01-04-1934, ΙΒ’. 566, 3.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Τζιόβας Δ., Ελληνικότητα και γενιά του ’30, Περιοδικό Cogito, τ. 6, Νεφέλη, Αθήνα 2007
Σιάνος Χ. Λουκάς, Καστοριανές Εικόνες, Παλιά Καστοριά-Λαογραφία, Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος Καστοριάς «Αρμονία, Θεσσαλονίκη 2006

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
Εφημερίδα «Καστοριά», Θ. Βαλαλά, Καστοριά (1920-1934)
Εφημερίδα «Καστοριά», Ι. Παπακώστα, Καστοριά (1934-1939)








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου