Ζ. Τζηκαλάγιας: Θέρμανση και αντιπολίτευση

Δεν μπορούμε όμως να μην σταθούμε σήμερα στο θέμα της θέρμανσης και την για άλλη μια φορά διάψευση που αγγίζει τα όρια της γελοιοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ και της εκπροσώπου του στην Καστοριά. Για μέρες ξόδεψαν μελάνι, ταλαιπώρησαν συχνότητες ραδιοφώνων και συγκέντρωσαν

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Ι. Τσακιρίδη, Αφιέρωμα στον βίο και την πολιτεία του Αρτινού μαέστρου Αλέξανδρου Σ. Λαλάκου. Εφημ. «ΑΜΒΡΑΚΙΑ», Άρτα 01/12/2008

ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Πρώτη Δημοσίευση: Εφημερίδα «ΑΜΒΡΑΚΙΑ», φ. 1289, Άρτα 01/12/2008

του Ιωάννη Μ. Τσακιρίδη, Μουσικολόγου ΠΕ 16.02 ©



Φιλαρμονική Ορφανοτροφείου Γεώργιου Σταύρου, Ιωάννινα 1908
Αρχιμουσικός ο εξ Άρτης Αλέξανδρος Σ. Λαλάκος


        Ο Αλέξανδρος Λαλάκος γεννήθηκε στην Άρτα περί το 1870. Η οικία όπου γεννήθηκε και διέμενε ήταν παράλληλα της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου, πλησίον της οδού Αγίας Σοφίας και του ιερού ναού της Κασσοπίτρας, κοντά στην πλατεία μονοπωλίου. Η καταγωγή της οικογένειας Λαλάκου, προέρχεται πιθανότατα από χωριό της Πελοποννήσου, στο οποίο ο μεγαλύτερος πληθυσμός του είχε αυτό το επώνυμο σύμφωνα με μαρτυρία του κ. Αρεταίου Λαλάκου.
      Η οικογένεια, κατά πάσα πιθανότητα, εγκαταστάθηκε στην
Άρτα γύρω στο 1860, χρονικό διάστημα, όπου οι πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ ελλήνων και οθωμανών λάμβαναν χώρα σε όλη την ευρύτερη περιοχή με αποτέλεσμα οι πληθυσμοί της να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να προσφύγουν σε πιο ασφαλής περιοχές. Αυτή είναι και η πιο πιθανή εκδοχή για τις ρίζες της οικογένειας Λαλάκου και η πιο αποδεκτή από τους απογόνους της οικογένειας.
     Όταν ο Αλέξανδρος γεννήθηκε, κοντά στο 1870, στην περιοχή της Άρτας, το μέρος εξακολουθούσε να παραμένει υπό οθωμανική κατοχή. Οι οικογένεια Λαλάκου παρά τις αντιξοότητες κατάφερε γρήγορα να καταξιωθεί στην τότε μικρή κοινωνία της Άρτας διαπρέποντας στο εμπόριο αλλά και στην κάθε είδους εργασία με αποτέλεσμα γρήγορα να δομήσει αξιοπρεπή οικία για την μόνιμη διαμονή της στην πόλη σε σχέση με άλλους πρόσφυγες, οι οποίοι διέμεναν σε πρόχειρους καταυλισμούς για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μέσα σε ένα εργατικό και νοικοκυρίστικο περιβάλλον μεγάλωσε ο Αλέξανδρος Λαλάκος, ο οποίος από μικρή ηλικία έδειχνε να έχει ιδιαίτερες ευαισθησίες. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε ποιο ήταν το πρώτο ερέθισμα για την ενασχόλησή του με την ευρωπαϊκή μουσική, το σίγουρο είναι ότι σε δύσκολες και σκληρές εποχές κατάφερε να διαπρέψει και να αφήσει το όνομά του, ως ένας ευαίσθητος και καλά καταρτισμένος αρχιμουσικός φιλαρμονικών.
      Για την παιδική του ηλικία δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα αλλά από τα λίγα στοιχεία που έχουν διασωθεί συμπεραί-νουμε ότι σαν παιδί ήταν μια φυσιογνωμία ευαίσθητη και εσωστρεφής χαρακτήρας. Τα πρώτα μαθήματα μουσικής τα πήρε κατά πάσα πιθανότητα στην διάρκεια της εφηβείας του στην Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος καθώς εκείνα τα χρόνια η μουσική εκπαίδευση στην Άρτα ήταν ανύπαρκτη και το μόνο πιθανό μέρος που θα μπορούσε να μαθητεύσει ήταν η Λευκάδα διότι διέθετε φιλαρμονική από το 1850. Όταν οι γονείς του μικρού Αλέξανδρου διαπίστωσαν ότι είχε μουσικές ανησυχίες, τότε αποφάσισαν πιθανότατα να τον στείλουν στην Λευκάδα, όπου ήταν η μόνη περιοχή κοντά στην γενέτειρά του που μπορούσε να βρει ανταπόκριση η ανήσυχη και ατίθαση καλλιτεχνική φύση του τότε μικρού Αλέξανδρου. Το όργανο στο οποίο μαθήτευσε κατά την διάρκεια της παραμονής πιθανότατα στην φιλαρμονική της Λευκάδας ήταν το φλάουτο.
       Ύστερα από χρόνια παραμονής στην φιλαρμονική, ο έφηβος Λαλάκος είχε κάνει σημαντικές προόδους τόσο στο μουσικό όργανο, το φλάουτο αλλά και στα θεωρητικά. Έτσι, κάποια στιγμή η οικογένειά του βλέποντας τον ζήλο του, θέλησε να τον στηρίξει να ακολουθήσει και ανώτερες σπουδές πάνω στην μουσική, όπου πιθανότατα για ένα χρονικό διάστημα 5 ετών σπούδαζε σε ωδείο της Ιταλίας για το δίπλωμα του αρχιμουσικού καθώς και για ανώτερα θεωρητικά. Γύρω στο 1895 και σε ηλικία 25 ετών ο Αλέξανδρος επιστρέφει στην Άρτα, όπου εκείνο τον καιρό η φήμη από τους αστικούς κύκλους της περιοχής για την δημιουργία Συλλόγου, ο οποίος θα περιλάμβανε ποίκιλα τμήματα, ένα από αυτά και η φιλαρμονική. Ο νεαρός Αλέξανδρος έχοντας τότε τις απαιτούμενες γνώσεις για να οργανώσει σύνολο πνευστών εκδήλωσε την διάθεση να είναι ο ίδιος αρχιμουσικός της φιλαρμονικής του Σκουφά. Τελικά, μετά από 3 χρόνια τον Μάιο του 1898, ιδρύεται η φιλαρμονική του Συλλόγου. Στις αρχές, μόλις επίσημα είχε συσταθεί η φιλαρμονική, ο Σύλλογος έψαχνε αρχιμουσικό, ο οποίος θα ήταν εξειδικευμένος πάνω στην διδασκαλία της μουσικής αλλά και στην συγκρότηση και οργάνωση ορχήστρας, η οποία θα ήταν φορέας μουσικής καλλιέργειας των νέων αλλά και ψυχαγωγίας των κατοίκων της Άρτας. Τότε ο Λαλάκος προσέγγισε κάποιο μέλος του Συλλόγου και αφού του έδωσε το βιογραφικό του θέλησε να αναλάβει τη φιλαρμονική. Στο βιογραφικό του υπήρχε και συστατική επιστολή άγνωστου μεγάλου Ιταλού μαέστρου. Τελικά, ύστερα από απόφαση του συμβουλίου του Συλλόγου, αρχιμουσικός προσελήφθη ο Νικόλαος Παναγόπουλος από το Ναύπλιο, ο οποίος προγενέστερα ήταν οργανωτής και άλλων φιλαρμονικών, με το πρόσχημα ότι ο νεαρός Αλέξανδρος δεν είχε το απαραίτητο κύρος και την πείρα για την ανάληψη των καθηκόντων του αρχιμουσικού.
        Μετά από 10 χρόνια, το 1908 ιδρύθηκε στο ορφανοτροφείο αρρένων των Ιωαννίνων Γεώργιος Σταύρου, Σχολή πνευστών και κρουστών οργάνων. Το ορφανοτροφείο είχε ιδρυθεί το 1868 από τον μεγάλο ηπειρώτη και εθνεγέρτη Γεωργίου Σταύρου, και ο Αλέξανδρος Λαλάκος ήταν ο πρώτος αρχιμουσικός της Σχολής, ο οποίος κατά την διάρκεια της παραμονής του στο ορφανοτροφείο παρουσίασε μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα, καθώς κάθε Κυριακή απόγευμα διοργάνωνε συναυλίες σε πλατείες της περιοχής. Αρχιμουσικός του ορφανοτροφείου παρέμεινε περίπου μέχρι και το 1915.
       Για την παρουσία του ως αρχιμουσικός στο ορφανοτροφείο Γ. Σταύρου είναι συνετό να αναφέρω και δυο έγκυρες πηγές για μια περαιτέρω τεκμηρίωση των παραπάνω αλλά και ανάδειξη της παρουσίας του στα δρώμενα της πόλης. Πρώτη αναφορά που μαρτυρά την παρουσία του στο ορφανοτροφείο Ιωαννίνων είναι του μουσικολόγου Σπύρου Γ. Μοτσενίγου στο βιβλίο του Νεοελληνική Μουσική, Συμβολή εις την ιστορίαν της, Αθήναι 1958. Εκεί πέρα ο Σ. Μοτσενίγος αναφέρει στην σ. 282 το εξής: «Μέχρι τα τέλη του παρελθόντος αιώνος ο λαός ευρίσκετο εις εμβρυώδη κατάστασιν, από καλλιτεχνικής απόψεως. Μόλις κατά το 1908 ιδρύθη σχολή πνευστών και κρουστών οργάνων, εξ ης προήλθε και Ορχήστρα Πνευστών εις το υπο του Γεωργίου Σταύρου κατά το 1868 ιδρυθέν Ορφανοτροφείον, διευθυνόμενη υπό του εξ Άρτης αρχιμουσικού Αλέξανδρου Λαλάκου. Κατά δε το 1917 συνεστήθη φιλαρμονική, υπό του Συλλόγου «Αι Μούσαι», διευθυνόμενη υπό του αρχιμουσικού Ιωάννου Στεριώτη, του καταστατικού της εγκριθέντος διά της υπ’ αριθ. 50/1917 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων».     
      Εκείνα τα χρόνια τα Γιάννενα βρισκόταν κάτω από την διοίκηση των οθωμανών και παρόλο τις δύσκολες συνθήκες ο Αλέξανδρος Λαλάκος καταφέρνει να δημιουργήσει μι αξιόλογη φιλαρμονική ορχήστρα, η οποία σε κάθε εμφάνισή της εντυπωσίαζε τόσο τους έλληνες αλλά και τους οθωμανούς όταν έβγαινε συχνά σε κεντρικά σημεία της πόλης για να παιανίσει. Μάλιστα, μεγάλη εντύπωση είχε δημιουργήσει και στους ευρωπαίους, κυρίως Γάλλους, που εκείνο το διάστημα επισκεπτόταν την περιοχή για διπλωματικούς σκοπούς με αποτέλεσμα η φιλαρμονική του ορφανοτροφείου μαζί με τον μαέστρο της να κυκλοφορήσει ως ταχυδρομική κάρτα (επιστολικό δελτάριο) σε Ελλάδα και Γαλλία, η οποία έφερε την φωτογραφία της φιλαρμονικής μπροστά από την είσοδο του ορφανοτροφείου στην οποία διακρίνεται και το άγαλμα του Γεώργιου Σταύρου στη μέση της φωτογραφίας. Μια δεύτερη πολύ σημαντική αναφορά για την δράση του Αλέξανδρου Λαλάκου στα Γιάννενα στις αρχές του αιώνα είναι του Δ. Σαλαμάγκα, Περίπατοι στα Γιάννενα, εκδ. Ηπειρωτικής Εστίας, Γιάννινα 1956, σ. 119, όπου αναφέρει της μετακινήσεις των Γιαννιωτών προς τα πανηγύρια των Αγ. Αναργύρων και του Αη Παντελέημονα στο Νησί:    
     «Γύρω σου αρμενίζουν ένα σωρό πλεούμενα. Περνούν καΐκια με μπουλωμένες χανούμισσες, απ’ όπου ακούς τον ήχο νο-σταλγικού και παθιάρικου ανατολίτικου τραγουδιού, από γραμμόφωνα με τεράστια χουνιά. Παραπέρα, ανάμεσα στις στροφές νεανικής καντάδας, ακούς ξεσπάσματα από γέλια και χαχανητά: νεαροί, υποψήφιοι ακαδημαϊκοί πολίτες, μ’ όλη τη σοβαρότητα που απαιτεί η θέση τους, δίνουν το κοντσέρτο τους όπου κυριαρχεί η γλυκειά του φλάουτου πνοή. Να και τα παιδιά του Ορφανοτροφείου με τη μπάντα τους! Το Μαρς Λαλάκου ξεχύνεται στην ατμόσφαιρα, σα θριαμβευτικός ύμνος και σαν χαιρετισμός προς τη ζωή, που τις στιγμές αυτές είναι τόσο όμορφη, τόσο γλυκειά και γαλήνη… πλησιάζει η νύχτα με όλα τα σκοτεινά της μυστήρια. Μα οι καρδιές, γρήγορα ξαναευθυμούν, γύρω σου αντιλαλούν βιολιά και χαρές, τραγούδια και φυσαρμόνικες…»
       Μέσα από την παραπάνω αναφορά αντλούμε την πληροφορία ότι ο Αλέξανδρος Λαλάκος ήταν και συνθέτης. Το Μαρς Λα-λάκου που αναφέρει ο Δ. Σαλαμάγκας αποδεικνύει ότι τον καιρό παραμονής του στην φιλαρμονική του ορφανοτροφείου, είχε αφήσει εποχή πράγμα που μαρτυρείται και από την λυρικότητα του συγγραφέα, ο οποίος περιγράφει το συγκεκριμένο Μαρς ως «θριαμβευτικό ύμνο και σα χαιρετισμό προς τη ζωή». Έτσι θυμούνται οι Γιαννιώτες τον πρώτο Αρτινό μαέστρο, ο οποίος έφερε λίγες σπίθες πολιτισμού στα Ιωάννινα το 1910. Ωστόσο, η δράση του Αλέξανδρου Λαλάκου ως αρχιμουσικού δεν περιορίστηκε γεωγραφικά μόνο στην περιοχή της Ηπείρου αλλά πολύ περισσότερο στην Μακεδονία.
       Ο Σ. Μοτσενίγος αναφέρει και πάλι στο βιβλίο του Νεοελληνική Μουσική, Συμβολή εις την ιστορίαν της, Αθήναι 1958 και συγκεκριμένα στην σ. 291 το εξής: «Εκτός της φιλαρμονικής συνεκροτήθη και ετέρα Ορχήστρα Πνευστών, το 1924, υπό του «Εθνικού Οικοτροφείου Αρρένων Δράμας», υπό την διεύθυνσιν του αρχιμουσικού Αλεξάνδρου Λαλάκου.
    Ωστόσο, η πιο σημαντική αναφορά για την καταξίωσή του στην κοινωνία της Δράμας για την καλλιτεχνική του δραστηριότητα και το κύρος του χαρακτήρα του είναι η μαρτυρία ενός τροφίμου του ορφανοτροφείου, ο οποίος αναφέρεται στο όνομά του. Στο βιβλίο του Βασίλη Ιωκειμίδη, Είκοσι χιλιάδες μέρες, Εξάντας, Αθήνα 1983 αναφέρει χαρακτηριστικά το εξής: «Υπέροχο για την εποχή εκείνη το νεόκτιστο κτήριο του ορφανοτροφείου, μεγάλο σε σχήμα Π, επάνω τρεις πελώριοι θάλαμοι ύπνου με την κατοικία του διευθυντή, κάτω μεγάλη αίθουσα σπουδαστηρίου, εκεί διαβάζαμε τα βράδια τα μαθήματά μας, για αίθουσα μουσικής, που την εποχή εκείνη ήταν η μοναδική μουσική της Δράμας, με όλα τα πνευστικά και χάλκινα όργανα, ξεχωριστή μαντολινάτα. Το μάθημα της μουσικής το εδίδασκε ο άφθαστος μουσικοσυνθέτης κ. Αλέξανδρος Λαλάκος. Οι συναυλίες και τα ρεσιτάλ, που έδινε συχνά η μουσική του ορφανοτροφείου, ζωντάνευαν την εκπολιτιστική κίνηση της Δράμας».
       Δυο λέξεις έχω μόνο να σημειώσω από το παραπάνω απόσπασμα… «άφθαστος μπουσικοσυνθέτης». Έτσι, ήταν η ανάμνη-ση του κ. Ιωκειμίδη, ο οποίος είχε την τύχη να γνωρίσει και να μαθητεύσει δίπλα σε αυτό τον εξαίρετο καλλιτέχνη, όπου η γενέτειρά του ουδέποτε τίμησε για την προσφορά του στις τέχνες και το πολιτισμό.
       Το τρίτο και τελευταίο σημείο επαφής με τον Αλέξανδρο Λαλάκο είναι στις Σέρρες, όπου το σχολικό έτος 1933-34 δίδασκε ως καθηγητής μουσικής ωδική στο Εξατάξιο Διδασκαλείο Σερρών. Έκτοτε τα ίχνη του χάνονται. Φημολογείται ότι είχε διατελέσει αρχιμουσικός στην φιλαρμονική Καβάλας και Μυτηλήνης, χωρίς όμως συγκεκριμένα τεκμήρια. Το σίγουρο είναι ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στην Αθήνα πιθανότατα στην περιοχή της Κηφισιάς, όπου και πέθανε. Όλη την ζωή του την αφιέρωσε γύρω από την διδασκαλία της μουσικής σε φιλαρμονικές και μαντολινάτες και στην σύνθεση τραγουδιών της εποχής (βαλς, ταγκό κ. α.). Όσο ζούσε έλεγε την εξής φράση «ή οικογένεια ή μουσική… και τα δυο μαζί δεν γίνονται». Αφιέρωσε όλη την ζωή του στην διδασκαλία της μουσικής παραμερίζοντας τον εαυτό του και την οικογενειακή ζωή. Ακόμα και μετά από πολλά χρόνια από τον θάνατό του, οι μαθητές που είχε μιλούσαν γι’ αυτόν με τα καλύτερα λόγια.
       Μέχρι σήμερα κανένας ποτέ δεν αναφέρθηκε στο έργο του Αλέξανδρου Λαλάκου, ούτε αποδόθηκε ποτέ τιμή  για την κα-λλιτεχνική του σταδιοδρομία. Όλοι οι τοπικοί φορείς ποτέ δεν ευαισθητοποιήθηκαν να ψάξουν και να μάθουν γι’ αυτόν. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν οι φουστανέλες και τα τσαρούχια στο θέατρο Κάστρου κάθε καλοκαίρι με το ίδιο ρεπερτόριο χορών που παρουσιάζεται με την ίδια μορφή εδώ και 30 χρόνια. Ούτε ο Δήμος Αρταίων, ούτε ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος Άρτας «Ο Σκουφάς» τίμησαν το όνομά του.


Ιωάννης Μ. Τσακιρίδης

Αρχιμουσικός της φιλαρμονικής «Ορφέας» Άρτας








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου